Στέλλα Μανουσογιωργάκη: «Η πανδημία ευκαιρία της κυβέρνησης να νομοθετήσει αντιεκπαιδευτικές αλλαγές»

Θύελλα αντιδράσεων έχει ξεσηκώσει στην εκπαιδευτική κοινότητα η πολιτική του υπουργείου Παιδείας εν μέσω πανδημίας, με πολλούς καθηγητές να κάνουν λόγο για επικοινωνιακή, αντιεκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία δεν είναι σε θέση να επιλύσει τα προβλήματα, την ώρα που χιλιάδες μαθητές βρίσκονται πλήρως αποκλεισμένοι από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση.

Όλα τα μείζονα εκπαιδευτικά ζητήματα που απασχολούν καθηγητές, μαθητές και γονείς ανέλυσε μιλώντας στην «kedenews» η καθηγήτρια και μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ, Στέλλα Μανουσογιωργάκη.

 της Μαύρας Σαραντοπούλου

Κυρία Μανουσογιωργάκη, βρισκόμαστε σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, εν μέσω μιας πανδημίας με έντονα περιοριστικά μέτρα που έχουν αλλάξει την καθημερινότητά μας. Η εκπαιδευτική κοινότητα βρίσκεται επίσης μπροστά σε νέες προκλήσεις, με την εφαρμογή λειτουργία των online μαθημάτων, ή αλλιώς των τηλεμαθημάτων. Ποια είναι τα ζητήματα που αναδύονται από αυτή τη διαδικασία τόσο για τους μαθητές όσο και για τους καθηγητές;

Μετά την εμφάνιση της πανδημίας τον Δεκέμβρη στην Κίνα, και μετέπειτα στη γειτονική μας Ιταλία, ήταν πασιφανές ότι σύντομα θα οδηγούμασταν και εμείς στην κρίση δημόσιας υγείας που βιώνουμε σήμερα και άρα στο αναπόφευκτο κλείσιμο των σχολείων. Το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΑΙΘ) όφειλε να έχει προχωρήσει εγκαίρως στην τεχνική αναβάθμιση του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου (ΠΣΔ) και στην επαρκή στελέχωση των δομών του, στην ταχύρρυθμη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση (ΕξΑΕ), τόσο σε παιδαγωγικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο, στην εκπαίδευση των μαθητών στη χρήση της πλατφόρμας της ΕξΑΕ, αλλά και στην εξασφάλιση του απαραίτητου εξοπλισμού για τα σχολεία, τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές.

Είναι ενδεικτικό της έλλειψης σοβαρού σχεδιασμού από πλευράς ΥΠΑΙΘ ότι, ενώ το πρώτο σχολείο έκλεισε στα τέλη Φλεβάρη και το σύνολο των σχολείων στις 11 Μαρτίου, η επίσημη διαδικασία της ΕξΑΕ άρχισε στις 23 Μαρτίου, χωρίς όμως κανένα από τα παραπάνω μέτρα να έχει υλοποιηθεί από πλευράς υπουργείου. Η υπουργός Παιδείας φρόντισε περισσότερο την επικοινωνιακή πολιτική της και τη δημιουργία εντυπώσεων αντί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην επίλυση των προβλημάτων που προέκυψαν.

Αντίθετα, οι εκπαιδευτικοί από την πρώτη στιγμή ανέλαβαν πλήρως, εθελοντικά και με αποκλειστικά δικά τους μέσα τη στήριξη των μαθητών και του δημόσιου σχολείου, πριν καν το υπουργείο εξαγγείλει την ΕξΑΕ. Παρότι, σύμφωνα με την Παιδαγωγική Επιστήμη, η ΕξΑΕ δεν ενδείκνυται για ανηλίκους, και παρά τα τεράστια τεχνικά προβλήματα οι εκπαιδευτικοί καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες προκειμένου να διατηρηθεί η επαφή των μαθητών με την εκπαιδευτική διαδικασία. Δυστυχώς, η προσπάθειά τους αυτή καταρρέει όσο το υπουργείο Παιδείας εξακολουθεί να μην αναλαμβάνει ακόμα και σήμερα τις ευθύνες του.

Η μη έγκαιρη αναβάθμιση του ΠΣΔ είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν ούτε οι εκπαιδευτικοί ούτε οι μαθητές να «βγάλουν» τους απαραίτητους κωδικούς, παρά μόνο μετά από πολύωρη προσπάθεια, αφού το υπερφορτωμένο δίκτυο «έπεφτε» διαρκώς. Μάλιστα, αυτή η καθυστέρηση στις εγγραφές στο ΠΣΔ, για την οποία προφανώς δεν ευθύνονταν οι εκπαιδευτικοί, τους έβαλε στο στόχαστρο πολλών ΜΜΕ, που τους κατηγόρησαν για ολιγωρία και άγνοια.

Η ίδια και χειρότερη κατάσταση συνεχίζει να παρατηρείται στις πλατφόρμες σύγχρονης εκπαίδευσης μέσω των οποίων γίνονται τα τηλεμαθήματα, αφού ειδικά τις πρωινές ώρες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην υπερφόρτωση των δικτύων.

Αυτό, βέβαια, ισχύει και για τις πλατφόρμες των ιδιωτικών εταιρειών που «αφιλοκερδώς» έσπευσαν να βοηθήσουν, με μοναδικό πραγματικό σκοπό να εισέλθουν στην «αγορά» της εκπαίδευσης και να αποκτήσουν τα προσωπικά δεδομένα των συμμετεχόντων στην ΕξΑΕ.

Προκειμένου να ξεπεράσουν το πρόβλημα της υπερφόρτωσης των δικτύων, χιλιάδες εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να «ανεβάζουν» μαθησιακό υλικό τα ξημερώματα, καθώς τις ώρες εκείνες τα πληροφοριακά συστήματα λειτουργούν κάπως καλύτερα.

Ταυτόχρονα, χιλιάδες μαθητές είναι πλήρως αποκλεισμένοι από την ΕξΑΕ, είτε επειδή δεν έχουν τον απαραίτητο τεχνολογικό εξοπλισμό είτε επειδή δεν έχουν σύνδεση στο Διαδίκτυο. Το υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση, όμως, δεν έχουν διαθέσει κανένα κονδύλιο για την αγορά εξοπλισμού στους οικονομικά αδυνατούντες μαθητές. Αντίθετα, διατέθηκαν 11.000.000€ από την προεδρία της κυβέρνησης για επικοινωνιακή καμπάνια σε σχέση με τον κορονοϊό, παρότι τα ΜΜΕ είναι υποχρεωμένα να προβάλλουν δωρεάν μηνύματα για την προστασία της Δημόσιας Υγείας. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να αγοραστεί εξοπλισμός που θα κάλυπτε τουλάχιστον 100.000 μαθητές. Αντί λοιπόν η κυβέρνηση να εξασφαλίσει την άρση των αποκλεισμών των μαθητών, σεβόμενη τη συνταγματική της υποχρέωση για παροχή ίσων ευκαιριών στην Εκπαίδευση, εξασφάλισε τη σιωπή των συστημικών ΜΜΕ…

Το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ μία ημέρα μετά το κλείσιμο των σχολείων ζήτησε συνάντηση με την υπουργό Παιδείας προκειμένου να μεταφέρει τα παραπάνω προβλήματα και να καταθέσει προτάσεις για την επίλυσή τους. Η υπουργός δεν δέχθηκε, επικαλούμενη φόρτο εργασίας. Είχε βέβαια τον χρόνο να βγαίνει καθημερινώς στα κανάλια και να δηλώνει ότι «όλα βαίνουν καλώς»… Στη συνέχεια το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ κατέθεσε επανειλημμένως υπομνήματα στην υπουργό με τις προτάσεις του, οι οποίες όμως ουδέποτε εισακούστηκαν.

Το τελευταίο φιάσκο του υπουργείου Παιδείας, που καταδεικνύει για άλλη μία φορά την έλλειψη σχεδιασμού αλλά και την υποκρισία του σχετικά με το δήθεν ενδιαφέρον για τους μαθητές και ειδικά αυτούς της Γ’ Λυκείου, αφορά στον ορισμό της εξεταστέας ύλης για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Η ΟΛΜΕ είχε ζητήσει από τα μέσα Μαρτίου να γίνει περικοπή της ύλης των πανελλαδικώς εξεταζόμενων μαθημάτων, καθώς θα ήταν αδιανόητο οι μαθητές να εξεταστούν σε ύλη που ουδέποτε διδάχθηκαν διά ζώσης, όταν μάλιστα χιλιάδες μαθητές είναι αποκλεισμένοι ακόμα από την ΕξΑΕ. Το υπουργείο, έστω και με έναν μήνα καθυστέρηση, ζήτησε από όλα τα σχολεία της χώρας να καταθέσουν μέχρι ποιο σημείο της ύλης έχει διδαχθεί σε κάθε μάθημα και στη συνέχεια ανακοίνωσε τη νέα μειωμένη εξεταστέα ύλη. Ωστόσο, όπως γνωρίζει και το ΙΕΠ (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής), που την εισηγήθηκε, και το ΥΠΑΙΘ, που την ενέκρινε, δεν έχει διδαχθεί το σύνολο της νέας ύλης σε όλα τα σχολεία λόγω μη έγκαιρης πρόσληψης εκπαιδευτικών στην αρχή της χρονιάς, με αποκλειστική ευθύνη του υπουργείου Παιδείας.

Από την πρώτη στιγμή γίναμε δέκτες διαμαρτυριών από ειδικότητες εκπαιδευτικών που επιβεβαίωναν αυτό το αναντίρρητο γεγονός. Το ΥΠΑΙΘ, επιτέλους, θα πρέπει να σταματήσει να ενδιαφέρεται μόνο για την επικοινωνιακή του πολιτική, αδιαφορώντας για τα επείγοντα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν. Έστω την ύστατη στιγμή, οφείλει να προβεί στη μείωση της ύλης στα επίπεδα και μόνο των όσων είχαν διδαχθεί μέχρι τις 10 Μαρτίου, ημερομηνία που έκλεισαν τα σχολεία.

Το ΥΠΑΙΘ κατεβάζει πολυνομοσχέδιο για την Παιδεία, για το οποίο έχουν ήδη αντιδράσει με τις ανακοινώσεις τους τόσο η ΟΛΜΕ και η ΔΟΕ όσο και η ΑΔΕΔΥ. Σε τι αφορούν οι αντιδράσεις αυτές;

Ενώ το ΥΠΑΙΘ δεν έχει επιλύσει νομοθετικά κανένα από τα επείγοντα προβλήματα που προέκυψαν από το κλείσιμο των σχολείων λόγω πανδημίας, σπεύδει να νομοθετήσει ζητήματα που αλλάζουν το περιεχόμενο των σπουδών και της μαθησιακής διαδικασίας στο Λύκειο, τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και του εργασιακού καθεστώτος των εκπαιδευτικών, ζητήματα με τα οποία σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα διαφωνεί.

Είναι πολιτικά επικίνδυνη για την ίδια τη δημοκρατία η πρόθεση του ΥΠΑΙΘ να νομοθετήσει με κλειστά σχολεία και εν μέσω πανδημίας ενόσω απαγορεύονται οι συναθροίσεις και τα σωματεία δεν μπορούν να συγκαλέσουν γενικές συνελεύσεις. Μάλιστα, η κυβέρνηση έχει επαναφέρει την πολιτική επιστράτευση, ώστε να αποδυναμώσει τις πιθανές αντιδράσεις των εργαζομένων.

Φαίνεται πως η πανδημία αποτελεί ευκαιρία για την κυβέρνηση και το ΥΠΑΙΘ να νομοθετήσουν όλες εκείνες τις αντιεκπαιδευτικές αλλαγές που είχε εξαρχής στόχο να επιβάλει. Αποδεικνύεται πως το βλέμμα της πολιτικής ηγεσίας είναι στραμμένο στην επόμενη ημέρα. Γι’ αυτό και σπεύδουν να νομοθετήσουν υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποφευχθούν οι αντιδράσεις από μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς.

Το ΥΠΑΙΘ έχει χρέος να σεβαστεί τους θεσμοθετημένους εδώ και πολλές δεκαετίες κανόνες δημοκρατικού-θεσμικού διαλόγου και να μην προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες με αρνητικό πρόσημο που θα καταδεικνύουν περιφρόνηση στους εκπαιδευτικούς, στους μαθητές, στους γονείς και στις πραγματικές ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης. Είναι, επίσης, ενδεικτικό της περιφρόνησης αυτής ότι για μία ακόμα φορά το υπουργείο, αρνούμενο κάθε διάλογο, καταθέτει νομοσχέδιο χωρίς να έχει ενημερώσει προηγουμένως καμία από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, οι οποίες μαθαίνουν για αυτό από τα ΜΜΕ.

Τόσο η ΟΛΜΕ όσο και η ΔΟΕ και η ΑΔΕΔΥ έχουν καλέσει το υπουργείο να μη διανοηθεί να καταθέσει το νομοσχέδιο προς ψήφιση υπό αυτές τις άκρως αντιδημοκρατικές συνθήκες. Επιπλέον, η ΟΛΜΕ έχει ενημερώσει τόσο την Ευρωπαϊκή (ETUCE) όσο και την Παγκόσμια Συνομοσπονδία Εκπαιδευτικών (EI) για τις προθέσεις του ελληνικού ΥΠΑΙΘ και αναμένονται οι ανάλογες αντιδράσεις.

Η πανδημία μάς βρήκε στη μέση της σχολικής χρονιάς. Ωστόσο, ανεξάρτητα από αυτήν, ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετώπισαν φέτος εκπαιδευτικοί και μαθητές με την έναρξη της σχολικής χρονιάς;

Δυστυχώς, η πανδημία ήρθε να δυσκολέψει μια ήδη προβληματική σχολική χρονιά. Το βασικό πρόβλημα είναι η υποστελέχωση των σχολείων. Τον Οκτώβριο του 2018 προβλέφθηκαν στον προϋπολογισμό του 2019 από την προηγούμενη κυβέρνηση τα απαραίτητα κονδύλια για τον διορισμό 4.500 εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής και τον Απρίλιο του 2019 βγήκε και η σχετική προκήρυξη, ενώ είχαν ξεκινήσει (με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου) οι διαδικασίες για 10.500 ακόμα διορισμούς στη γενική εκπαίδευση. Παρότι όμως η σημερινή κυβέρνηση βρήκε έτοιμα και τα κονδύλια αλλά και την προκήρυξη για τους διορισμούς στην Ειδική Αγωγή, μέχρι και σήμερα δεν έχει κάνει ούτε έναν διορισμό στην Εκπαίδευση. Αντ’ αυτού, με την ανάληψη των καθηκόντων της τον Ιούλιο του 2019, επέλεξε να διορίσει 1.500 ειδικούς φρουρούς και μάλιστα εκτός διαδικασιών ΑΣΕΠ…

Ταυτόχρονα, η μη έγκαιρη πρόσληψη αναπληρωτών δημιούργησε ανυπέρβλητα προβλήματα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ενδεικτικά, από τις 40.000 και πλέον προσλήψεις αναπληρωτών που έχουν γίνει φέτος, μόλις οι 16.000 έγιναν εγκαίρως τον Σεπτέμβρη. Οι υπόλοιπες γίνονταν σταδιακά μέχρι και τον Φλεβάρη, ενώ ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν κενά.

Πολλές είναι οι φωνές εκείνες που κάνουν λόγο για ακύρωση των πανελλαδικών εξετάσεων, αλλά και γενικώς για «απόσυρσή» τους, με το επιχείρημα της μη αξιοκρατικής κατάταξης των μαθητών στις ανώτατες σχολές.

Στην παρούσα φάση, με τις πρωτόγνωρες αυτές συνθήκες, είναι απαραίτητη από τη μία η επιπλέον περικοπή της ύλης των πανελλαδικώς εξεταζόμενων μαθημάτων, καθώς σε πολλά σχολεία δεν έχει διδαχθεί η νέα ορισθείσα ύλη -κυρίως λόγω της μη έγκαιρης στελέχωσης των σχολείων- και από την άλλη η αύξηση του αριθμού των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε να αμβλυνθεί ο αποκλεισμός των μαθητών από τη συνέχιση των σπουδών τους.

Γενικά, οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι μεν αδιάβλητες ως διαδικασία, επιφέρουν όμως μεγάλο ψυχολογικό φόρτο στους μαθητές και τεράστιο οικονομικό κόστος στις οικογένειές τους, αφού είναι ο βασικός λόγος άνθησης της παραπαιδείας στη χώρα μας. Πάγια θέση της ΟΛΜΕ είναι η ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε από τη μία το λύκειο να αποβάλει τον εξετασιοκεντρικό χαρακτήρα του και να αποκτήσει τον παιδαγωγικό και μορφωτικό ρόλο που του αναλογεί, και από την άλλη να μην αποκλείονται μαθητές προερχόμενοι από οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες.

*όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα kedenews